22.11.2016
(1 Ψήφος)

Άνθρωποι δίχως πρόσωπο | της Μαρίνας Δημητρέλη

Άνθρωποι δίχως πρόσωπο | της Μαρίνας Δημητρέλη

 

Κατέβαινε τη σκάλα στο μετρό όταν ένα απότομο, πνιγηρό κύμα αέρα μαστίγωσε το πρόσωπό της. Είχε ξυπνήσει με κάποιον ενθουσιασμό που θα τον έβλεπε ξανά έπειτα από τόσο καιρό. Μπήκε στο συρμό αποφεύγοντας με προσοχή το κύμα των εξερχομένων που κόντευε να την ποδοπατήσει.
Από το τηλέφωνο της είχε φανεί αλλαγμένη η φωνή του, πιο βαριά, κάπως πιο γερασμένη. Είχε πολύ καιρό να φανεί στην Αθήνα. Το χέρι της αναδεύτηκε μέσα στην τσέπη του τζιν μπουφάν της. Σ αυτή τη διαδρομή φορούσε πάντα το ίδιο μπουφάν και στην τσέπη ένα δερμάτινο πορτοφόλι και μια φωτογραφία τους μαζί, αγκαλιασμένοι, ξεφλουδισμένη πια στις άκρες, το μόνο υλικό πράγμα που της είχε μείνει. Απορίας άξιο γιατί το κρατούσε ακόμα. Κι ακόμα χειρότερα, γιατί κρατούσε ακόμα αυτή την δυστυχισμένη περίοδο της ζωής της ανοιχτή;

Κάθισε ήσυχα σε μια άδεια θέση. Στην επόμενη στάση το τρένο μούγκρισε απότομα σταματώντας για να επιβιβάσει ακόμα ένα κύμα ανθρώπων χωρίς πρόσωπα. Εδώ και κάμποσο καιρό αδυνατούσε να φέρει στη μνήμη της το πρόσωπό του. Τώρα θα ήταν σίγουρα πιο γερασμένος από την τελευταία φορά. Θα είχε γκρίζους κροτάφους, ήλπιζε τουλάχιστον να έχει ακόμα όλα του τα μαλλιά. Δεν θα της άρεσε να τον δει σε κάποια λυπηρή κατάσταση.

Ο νεαρός κάθισε δίπλα της σπρώχνοντάς την ελαφρά λες και δεν τον χωρούσε το κάθισμα. Την ενοχλούσε τόσο πολύ η αγένεια των ανθρώπων. Με την άκρη του ματιού της κοίταξε το καθρέφτισμά του στο τζάμι. Φορούσε ένα τζόκεϊ που το χε κατεβάσει αρκετά χαμηλά, τόσο που τα μάτια του δεν ξεχώριζαν. Ήταν αδύνατος και φορούσε ένα αφύσικα φαρδύ παντελόνι. Μόνο το στόμα του ξεχώριζε, κάπως θυμωμένο.

Το τρένο σταμάτησε και πάλι απότομα. Οι επιβάτες έγειραν ελαφρά ο ένας πάνω στον άλλον. Ο νεαρός ακούμπησε ακόμα μια φορά στο σώμα της. Ταράχτηκε και έστρεψε το κεφάλι της προς το τζάμι. Δεν ήθελε να τον βλέπει, για την ακρίβεια θα προτιμούσε να μη βλέπει κανέναν.

Ένα λεπτό. Ούτε κι εκείνον ήθελε να τον δει. Ποιόν κορόιδευε; Δεν είχε καμιά διάθεση να προσποιηθεί την πρώην σύζυγο, την συγκαταβατική, την μεγαλόκαρδη που του τα συγχωρούσε όλα. Είχαν περάσει ολόκληρα δέκα χρόνια από τότε που είχαν χωρίσει κι εκείνη φαινόταν να τα κατάφερε μια χαρά. Δεν ήταν στα σχέδιά της να μεγαλώνει μόνη της ένα παιδί, τα είχε πάει όμως περίφημα με αυτό το θέμα τελικά. Γιατί θα έπρεπε να τον δει τώρα; Τι θα άλλαζε αυτή τη στιγμή; Τι είχε να προσφέρει πλέον μια τουριστική συνάντηση; Κάτι σαν εθιμοτυπικό.

Τον έβλεπε μια φορά το χρόνο, ζούσε στο εξωτερικό. Τα τελευταία χρόνια έκανε αυτή τη διαδρομή με το μετρό ως το αεροδρόμιο μόνο και μόνο για να δει τα μάτια του. Κάθε φορά και πιο κατεβασμένα. Κάθε φορά και πιο οικτρά. Πιο απογοητευμένα, πιο λυπηρά, πιο μετανιωμένα. Σαν να τα χόρτασε πια.

Σήμερα δεν είχε καμία όρεξη να του σφίξει το χέρι, να δείξει χαρούμενη κι εκείνος να τη ρωτήσει για τη μικρή και να προσποιηθούν πως δεν συνέβη τίποτα, ποτέ. Ναι, ξαφνικά ένοιωσε πιο σίγουρη πως δεν ήθελε τελικά να τον δει. Δεν είχε φέρει μαζί της ούτε το παιδί. Τι νόημα είχε; Ούτε κι εκείνη ήθελε αυτή τη φορά. Όσο κι αν επέμενε να την πάρει μαζί, αρνήθηκε με πείσμα.

Τα πνευμόνια της ήθελαν φρέσκο αέρα. Το τρένο πλησίασε στη επόμενη στάση κι έκοψε ταχύτητα. Σηκώθηκε πρώτος ο νεαρός. Του άφησε μια μικρή απόσταση και περίμενε να ανοίξουν οι πόρτες. Ο χαρακτηριστικός βροντερός ήχος που έκαναν οι πόρτες καθώς άνοιγαν, ακούστηκε σαν μελωδία κι άνθρωποι δίχως πρόσωπα ξεχύθηκαν και πάλι στην αποβάθρα.

Έβαλε το χέρι στην τσέπη του τζιν μπουφάν καθώς ένοιωσε την ανάγκη να βολέψει κάπου τα παγωμένα δάχτυλά της. Το δερμάτινο πορτοφόλι δεν ήταν εκεί πια, ούτε η φθαρμένη τους φωτογραφία που κακοφόρμιζε στην πίσω θήκη για τόσα χρόνια.

Ο νεαρός, μερικά μέτρα μπροστά στην κυλιόμενη σκάλα, γύρισε πίσω το κεφάλι του. Της φάνηκε σαν να της γέλασε ειρωνικά αλλά μάλλον θα ήταν η ιδέα της, πιο πιθανό φαινόταν να έχει το νου του μήπως τον έχει αντιληφθεί. Ούτε που σκέφτηκε να καταγγείλει την κλοπή. Ένα άδειο πορτοφόλι απλώς. Που τώρα είχε κάνει φτερά.

Θα πήγαινε προς το Σύνταγμα, ήθελε να περπατήσει ανάμεσα στα πρόσωπα των ανθρώπων. Το δικό του πρόσωπό έσβηνε αργά αργά από τη μνήμη της, σαν μια νοητή γόμα να έσβηνε τη θλιβερή του ανάμνηση. Επιτέλους δεν θα είχε ούτε αυτή τη μοναδική φωτογραφία του, καιρός ήταν.

«Μπορώ να ρίξω μια ματιά στα πορτοφόλια;» ρώτησε την κοπέλα στο πρώτο μαγαζί με τσάντες και δερμάτινα που συνάντησε.

«Ελεύθερα, δεσποινίς» απάντησε η κοπέλα.

 

 

 


*Αν θέλετε να μοιραστείτε κι εσείς εικόνες από την καθημερινότητά σας, επικοινωνήστε μαζί μας

►  Share Your Story & Join Our Team! 

 

Bright P.S. : Τα σχόλια σας είναι σημαντικά για εμάς. Ο χώρος κάτω από την ανάρτηση προσφέρεται γι' αυτό το σκοπό. Αλλά για όσους προτιμούν να αφήσουν ένα πιο προσωπικό σχόλιο ή μια ερώτηση, μπορούν να το στείλουν εδώ.


Μαρίνα Δημητρέλη

Όταν δεν αγωνίζομαι να επιβιώσω επάνω στο λογιστικό σχέδιο, γράφω. Αυτόν τον καιρό ετοιμάζω το πρώτο μου βιβλίο, παράλληλα με τους ισολογισμούς. Εντωμεταξύ έχω παιδιά, σκύλο και χόμπι. Λατρεύω να περιπλανιέμαι στα δάση, να ανεβαίνω βουνά, να ξαπλώνω στον ήλιο, να κάνω νέους φίλους, να δημιουργώ ιστορίες. Το Μαρίνα Δημητρέλη είναι καλλιτεχνικό ψευδώνυμο επειδή από μικρή μου άρεσαν τα σπέσιαλ εφέ.

Πρόσφατα από: Μαρίνα Δημητρέλη

Top5
Single Mom

Εδώ και τρία χρόνια, μείναμε οι δυο μας στο σπίτι. Tα

...

Όχι μαμά κουκουβάγια

...

Με λένε Σοφία και στα 42 μου έχω ένα γάμο, μια κόρη

...

 

Κατέβαινε τη σκάλα στο μετρό όταν ένα

...

Η ζωή μιας single mom είναι δύσκολη, με σύνθετους

...

Video of the day

  • Maluma - Sin Contrato | Bright Song Of The Day

INSTAGRAM

 

ThaGinoMana

Bright Side of Mom