(5 ψήφοι)

Ήσυχο, ήσυχο το ποταμάκι... | Λένα Φίλη

Γράφει:
Ήσυχο, ήσυχο το ποταμάκι... | Λένα Φίλη

Όλη μέρα είχε αφόρητη ζέστη, ο καύσωνας έκανε πολυήμερες διακοπές στη χώρα. Ούτε τώρα το βράδυ δεν έλεγε να δροσίσει. Το τσιμέντο από τα γύρω κτίρια ανάσαιναν φωτιά και λάβρα. Αναθεματισμένη ζέστη, σκεφτόμουν και έβρεχα με το λάστιχο τα ποδαράκια των παιδιών για να ανακουφιστούν κάπως. Ο μπαμπάς μας δεν είχε έρθει ακόμη από τη δουλειά. Αναθεματισμένη κρίση, σκεφτόμουν αλλά δεν είχα λάστιχο που να βγάζει ευρώ αντί νερού. Φτουυυ....

Στο τηλέφωνο, που κουδούνισε και σκέπασε για λίγο το όλη-μέρα-ενοχλητικό τραγούδι των τζιτζικιών, ήταν ο μπαμπάς που πρότεινε έτσι όπως είμαστε, να περάσει να μας πάρει και να πάμε για φαγητό σε μια ψαροταβέρνα δίπλα από τη θάλασσα (είμαστε από τους τυχερούς κατοίκους αυτής της χώρας). Εννοείται ότι πέταξα την σκούφια μου! Επειδή είχα τεμπελιάσει σήμερα και ο άνθρωπος δεν θα έβρισκε ούτε αυγό βραστό για να φάει, άραγε;

Το βασικό στοιχείο στην ιστορία μας είναι ότι αυτή την εποχή διανύαμε περίοδο εκμάθησης της τουαλέτας. Τα διδυμάκιά μας μάθαιναν να κάνουν τα τσισάκια τους στο γιο-γιο και ομολογώ είχαν λίγα ατυχήματα. Βέβαια λόγω ανασφάλειας της μαμάς (βεβαίως-βεβαίως, ποίου άλλου;) στις βόλτες μας φορούσα πάνες στα παιδιά, ώστε να μην υπάρξουν ατυχείς στιγμές.

Ε, εκείνο το βράδυ που και το θερμόμετρο και η βαρεμάρα μου λόγω ζέστης είχαν χτυπήσει κόκκινο, παραμέρισα τις ανασφάλειες μου και αποφάσισα να πάμε τη βόλτα μας με τα βρακάκια μας. Ο γιος μου με το βρακάκι του Winnie και η κόρη μου με το βρακάκι της Daisy. Και φυσικά αυτές ήταν για εσάς οι άχρηστες πληροφορίες της ημέρας. Πέταξα βιαστικά στην τσάντα μου δύο αλλαξιές ρούχα, κάναμε πιπί και φύγαμε.

Ένας δρόμος χώριζε το ταβερνάκι από τη θάλασσα. Καθίσαμε στο κεντρικό τραπέζι, πιο κεντραρισμένο δεν γινόταν γιατί τα ακριανά ήταν όλα κατειλημμένα. Αχ, και πόσο απεχθάνομαι να κάθομαι στη μέση ενός μαγαζιού, ειδικά τώρα με τα δίδυμα, που όλα τα βλέμματα γυρνούν και μας ακολουθούν.

Ο χώρος του μαγαζιού λες και ήταν βγαλμένος από την δεκαετία του '80. Μεταλλικές καρέκλες πλεγμένες με χρωματιστό καλώδιο (τις θυμάστε;) και πλαστικές καρέκλες μπογιατισμένες (!). Κάθε τραπέζι ήταν μοναδικό, δύο όμοια δεν έβρισκες. Άλλο ψηλό, άλλο πιο κοντό, άλλο ξύλινο, άλλο μεταλλικό, άλλο καφέ, άλλο μπλε, με πλαστικά τραπεζομάντιλα επάνω φυσικά. Κάτι κίτρινες μεγάλες λάμπες κρέμονταν από πάνω μας, σε λίγο θα φανεί και ο Ψάλτης σκέφτηκα...Ήρθε και ένα φουσκωτό μαλλί με ένα κορίτσι, επίσης βγαλμένο από βιντεοκασέτα των '80s και πήρε την παραγγελία μας. Αν μάσαγε και τσίχλα; Ω, ναι.

Το ζητούμενο ήταν ότι επιτέλους είχε δροσίσει και οι μεζέδες που ήρθαν ήταν λαχταριστοί, οπότε μπορέσαμε να αντέξουμε αυτό το ταξίδι πίσω στο χρόνο.

Και φυσικά τα παιδιά ανεβοκατέβαιναν στις καρέκλες, έρχονταν γύρω από το τραπέζι και έκαναν τάχα ντροπές στους υπόλοιπους πελάτες. Ένα άγχος όμως το είχα διαρκώς μήπως και τους ξεφύγουν τα τσισάκια. Κάθε τρεις και λίγο τα ρωτούσαμε μήπως ήθελαν να πάνε τουαλέτα, τα πήγα δύο φορές εγώ, δύο ο μπαμπάς τους, αλλά μπα... μάλλον δεν τους ενέπνεε η μπλε ελεκτρίκ τουαλέτα. Και όσο δεν έκαναν, τόσο με έζωναν τα φίδια και καθόμουν σε αναμμένα κάρβουνα. Είχε περάσει τόση ώρα, είχαν πιει και νερό και το ξέπλυμα πορτοκαλάδας άνευ ανθρακικού, δεν μπορεί...

- Θέλεις αγόρι μου να κάνεις τσίσα;
- Όκι
- Θέλεις κορίτσι μου να κάνεις τσίσα;
- Όκι

Όκι; Όκι...Ωραίααααα.... (ουφ)

Και μισοφαγώθηκαν τα καλαμαράκια και οι τηγανιτές πατάτες και το σαγανάκι και οι κολοκυθοκεφτέδες και έκαναν τα παιδιά βούτες στο λάδι της σαλάτας. Και χαλαρώσαμε με τη βοήθεια της παγωμένης μπύρας και λέγαμε τα δικά μας.

Ώσπου το μάτι μου πέφτει πάνω στον κανακάρη μου στο μέσο του μαγαζιού, να στέκεται ακίνητος και στα πόδια του να τρέχει «ήσυχο, ήσυχο το ποταμάκι...». Δε μιλάει, δεν κουνιέται.
- Δεν το πιστεύω! Κατουρήθηκε .... , λέω σιγανά στον μπαμπά.

Και τώρα; Τι κάνουμε; Παναγιά μου, στην ταβέρνα, μπροστά στον κόσμο που τρώει. Ηρέμησε, ηρέμησε .... Ατύχημα ήταν... Δεν έγινε δα και τίποτα φρικτό!

Τον παίρνει ο μπαμπάς αγκαλιά σα να μην συμβαίνει τίποτα (μόνο που δεν σφύριζε αδιάφορα) και αναλαμβάνει να πάει να τον αλλάξει στο αυτοκίνητο. Όλα αυτά έγιναν αφού συνεννοηθήκαμε με τα βλέμματα. Για τέτοια συνωμοσία μιλάμε..

Σε πέντε λεπτά είχαν επιστρέψει πίσω και συνεχίσαμε «ατάραχοι» από εκεί που είχαμε σταματήσει. Το «ήσυχο, ήσυχο το ποταμάκι» βέβαια ήταν ακόμη εκεί και το φουντωτό μαλλί με το κορίτσι που πηγαινοερχόταν με τον δίσκο από καθαρή τύχη δεν το είχε πατήσει.

Παραγγείλαμε άλλη μια μπύρα και ακόμη μια πατάτες για τα παιδιά. Άδειασε το διπλανό τραπέζι. Η κυρία με το πέδιλο πάτησε το ποταμάκι... ουχ. Ήρθε μια παρέα νεαρών που πιο πολύ έπαιζαν με τα κινητά τους παρά μιλούσαν μεταξύ τους. Τη στιγμή όμως που η λατρευτή κορούλα μου αμολούσε το δικό της «ήσυχο, ήσυχο το ποταμάκι» οι νεαροί σκουντιόντουσαν μεταξύ τους και χασκογελούσαν με το ρυάκι.

Συναγερμός για δεύτερη φορά. Αυτή τη φορά όμως η κόρη μου δεν ήταν καθόλου ψύχραιμη. Έμπηξε τα κλάματα, σηκώθηκε ο μπαμπάς αστραπή να την πάει στο αυτοκίνητο για το καθιερωμένο άλλαγμα, αλλά η μικρή νόμιζε θα έφευγε χωρίς τη μαμά και έβαλε περισσότερο τις τσιρίδες. Τότε ήταν που και ο γιος έβαλε τα κλάματα, γιατί νόμιζε ότι ο μπαμπάς έφευγε χωρίς αυτόν. Μια ομορφιά! Όλα τα κεφάλια είχαν γυρίσει πια προς το μέρος μας. Πλήρωσα άρον άρον το φουντωτό μαλλί με το κορίτσι. Μα οι πατάτες που παραγγείλατε; Τις θέλετε πακέτο; Δεν πειράζει! Ποιος τις χ... τις πατάτες; Κράτα και τα ρέστα! Κοντά δέκα ευρώ πουρμπουάρ θα είχε πολύ καιρό να δει, αν είχε δει και ποτέ. Αρπάζω τον γιο μου, που στο μεταξύ έκλαιγε με αμείωτη ένταση και φύγαμε κακήν κακώς, αφήνοντας πίσω μας τα μισογεμάτα πιάτα και τα «ήσυχα, ήσυχα τα ποταμάκια...».

Αφού αλλάξαμε και την κατουρημένη κόρη, ηρεμήσαμε άπαντες μετά τον πανικό, και αφού δεν μπορούσαμε πια να επιστρέψουμε και να αποτελειώσουμε τα καλαμαράκια μας, περάσαμε το δρόμο και καθίσαμε στην παραλία, χαλαρώνοντας και γελώντας με το σκηνικό που ζήσαμε. Καθίσαμε εκεί για πολύ ώρα, τα παιδιά ευτυχισμένα έβαζαν τα ποδαράκι τους στο νερό. Σιγά ... και εάν βρέχονταν, τι θα γινόταν;

Στην επιφάνεια της θάλασσας λαμπύριζε ο υδάτινος δρόμος που οδηγούσε ίσα στο αυγουστιάτικο φεγγάρι. Πίσω μας στην ψαροταβέρνα των '80s το φουντωτό μαλλί με το κορίτσι συνέχιζε να πηγαινοέρχεται ανάμεσα στα τραπέζια. Ποιος ξέρει τελικά εάν και προς τα που αργοκύλησαν τα «ήσυχα, ήσυχα τα ποταμάκια..» τα κίτρινα νερά τους...

 

Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα, γεγονότα, καταστάσεις ή μέρη ίσως και να μην είναι τυχαία.

 

 

*Αν θέλετε να μοιραστείτε κι εσείς μαζί μας εικόνες από την καθημερινότητά σας πατήστε ΕΔΩ

 

 

BrightStarsNote : Τα σχόλια σας είναι σημαντικά για εμάς. Ο χώρος κάτω από την ανάρτηση προσφέρεται γι' αυτό το σκοπό. Αλλά για όσους προτιμούν να αφήσουν ένα πιο προσωπικό σχόλιο, μια ερώτηση ή να μοιραστούν κάτι δικό τους, μπορούν να το στείλουν εδώ.

Λένα Φίλη

H Λένα Φίλη γεννήθηκε στη χώρα του αμερικανικού ονείρου και επέστρεψε με τους γονείς της στη χώρα του ελληνικού μύθου. Από μικρή απέκτησε μια σχέση αγάπης με τις θετικές επιστήμες αλλά ερωτεύτηκε τις θεωρητικές. Αμφιταλαντεύτηκε ανάμεσα τους, ώσπου ακολουθώντας τις επιταγές της ελληνικής κοινωνίας κόσμησε τον τοίχο του σπιτιού της με ένα δίπλωμα αξιοζήλευτο, που σαν καλός σύζυγος της απέφερε μεν τα ως προς το ζην, αλλά δεν της πρόσφερε τον έρωτα που ελάχιστοι τυχεροί βιώνουν μέσα από τη δουλειά τους. Στα δεύτερα άντα της αποφάσισε να αναζητήσει ξανά το χαμένο πάθος και ας μην συνοδεύεται από κορνιζαρισμένο πτυχίο στον τοίχο.

Top5
Kid Rock

Της ...

- Μπιχλιμπίδα μου, χαμήλωσε λιγάκι την τηλεόραση......

Τα παιδιά βλέπουν. Τα παιδιά πράττουν. Αυτό είναι το

...

1. Ανακοινώστε ότι είναι ώρα για φαγητό.

2.

...

Το καλοκαίρι είναι εδώ! Η παραλία γεμίζει παιδάκια,

...

Video of the day

  • Becky G, Natti Natasha - Sin Pijama

INSTAGRAM

 

ThaGinoMana

Bright Side of Mom