(10 ψήφοι)

Ήσουν εκεί | Σοφία Ξανθοπούλου

Ήσουν εκεί | Σοφία Ξανθοπούλου
Σε είδα. Ήσουν εκεί. Ήσουν ο μόνος που δέχτηκα στο δωμάτιο μου εκείνη την ημέρα.
Δεν είχα επιλογή στη πραγματικότητα, ήρθες ακάλεστος. Δε σε περίμενα.
Ήταν εκείνη η ζεστή μέρα του καλοκαιριού που κλεισμένη σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου κινδύνευσα να χάσω τη ζωή μου
 
Μπήκα στις 08.30 το πρωί. Θυμάμαι με κάθε λεπτομέρεια τα πάντα. Την πόρτα του ασανσέρ που έκλεινε και έβλεπα τη μαμά μου να προσπαθεί με πολύ κόπο να μου χαμογελάσει. Σαν να μην είχαν κλείσει οι πόρτες του ασανσέρ, είδα την μαμά μου να καταρρέει όταν νόμιζε πως δεν την έβλεπα πια.
Τη μυρωδιά σαπουνιού στα χέρια του νοσοκόμου που με μετέφερε στο δωμάτιο.
Ένα μικρό δωμάτιο που ήταν η φυλακή μου για μια ολόκληρη ημέρα.
Μια μέρα που διήρκησε αιώνες, που δεν δέχτηκα να δω κανέναν από τους δικούς μου.
Ήθελα να είμαι μόνη. Να κλαίω, να χτυπιέμαι να παραμιλάω. Για να μην έχει κανείς άλλος τέτοια βιώματα, τέτοιες μνήμες. Εγώ θα ξέχναγα, ήμουν δυνατή (νόμιζα).
 
Όταν ανέβασα τον πυρετό οι φόβοι του γιατρού άρχισαν να γίνονται πραγματικότητα. Νοσοκόμες πήγαινο-ερχόντουσαν με ενέσεις, ο γιατρός έντρομος φώναζε πως πρέπει να πέσει ο πυρετός, εγώ αδιάφορη για το τι θα μου συμβεί στη πραγματικότητα τους κοίταζα και δεν έκανα διάλειμμα από το βαρύ μου πένθος. Συνέχιζα απτόητη να κλαίω και να πονάω βαθιά μέσα μου.
Τότε ο γιατρός ζήτησε να μου κάνουν ηρεμιστική ένεση γιατί έπρεπε να συνέλθω, να μη χειροτερέψω τη κατάσταση.
Μου την έκανε αυτή η αμίλητη νοσοκόμα που ποτέ δεν συμπάθησα.
Με ρώτησαν ξανά αν θέλω κάποιον να μπει μέσα, να μην περνάω μόνη μου όλο αυτό.
Όχι, ψέλλισα για ακόμα μια φορά. Δεν θέλω κανέναν.
 
Έφυγαν. Έκλεισαν οι πόρτες. Και τότε σε ένιωσα.
Ένιωσα ένα χάδι στα μαλλιά μου, ένα μαλακό χάδι σαν λουλούδι να με αγγίζει τρυφερά.
Μια ζέστη διαπέρασε όλο μου το σώμα, η ψυχή μου γλυκάθηκε, τα δάκρυα σταμάτησαν, ξαφνιάστηκα χωρίς να φοβάμαι. Ένιωσα ασφαλής, ένιωσα την αγκαλιά σου.
Νομίζω πως είδα τη μορφή σου. Στεκόσουν δίπλα μου, πάνω από το κεφάλι μου, με χάιδευες, μου ψιθύρισες πως όλα θα πάνε καλά, μη φοβάσαι, μου είπες. Εγώ είμαι εδώ.
Εσύ νονέ μου. Που είχες φύγει από τη ζωή πριν μερικά χρόνια, αλλά όπως φαίνεται δεν έφυγες ποτέ. Γιατί παίρνω όρκο πως σε ένιωσα, πως σε είδα.
Πως με αυτό το αυστηρό, δήθεν, βλέμμα σου, με την επιβλητική κορμοστασιά σου ήσουν εκεί, ολοζώντανος δίπλα μου. Φορούσες ένα μπλε κοστούμι. Φορούσες και γραβάτα.
Μου χάιδευες τα μαλλιά. Έκλεισα τα μάτια και ένιωθα το χάδι, αμίλητη
Με έκανες να αντέξω. Με βοήθησες να καταφέρω να βγάλω εις πέρας το δύσκολο έργο μου, με καθησύχασες, δεν ήμουν πια μόνη, νονέ μου.
Είχα εσένα δίπλα μου. Σαν άνθρωπο και σαν γιατρό. Σαν τον καταπληκτικό γιατρό που ήσουν.
Αυτόν που βοηθούσε αφιλοκερδώς όλη την Καλλιθέα. Αυτόν που το όνομα σου για πολλά χρόνια το λέγανε και έκαναν το σταυρό τους που βρέθηκες στο δρόμο τους τις δύσκολες στιγμές της ζωής τους.
Αυτός ήσουν. Ένας εκπληκτικός άνθρωπος και ο γιατρός που είχε στο μυαλό του ο Ιπποκράτης όταν έγραφε τον όρκο. 
 
Ήρθες λοιπόν τότε και δίπλα μου. Ξεπέρασες ακόμα και την ανθρώπινη διάσταση και ήρθες στη βαφτιστήρα σου όταν εκείνη χρειαζόταν όσο τίποτα ένα χάδι. Ένα χάδι από κάποιον που ήξερε πως δεν θα πονούσε μαζί της μετά. Ένα χάδι από κάποιον που μπορούσε να εκτιμήσει αλλιώς τα πράγματα, που ήταν εκεί μόνο για να μην πονάω εγώ.
Μου πήρε πολλά χρόνια να εκμυστηρευτώ το μυστικό μας στην γυναίκα σου. Την λατρεμένη μου νονά που ήρθε και σε βρήκε μερικά χρόνια μετά. Δάκρυσε όταν της το είπα, κούνησε το κεφάλι μασώντας τα χείλη της. Σαν να ήξερε πολύ καλά για τι πράγμα μιλούσα. Σαν να σε είχε φωνάξει εκείνη να έρθεις δίπλα μου.
Δεν ξέρω τι γίνονται οι ψυχές όταν φεύγει ο άνθρωπος. Έχω μια θεωρία κατάδικη μου που δεν τη μοιράζομαι. Αλλά κανείς ποτέ δεν θα μάθει την αλήθεια.
 
Αυτό που ξέρω όμως, όσο και αν με περνούν για τρελή, είναι πως εσύ ήσουν εκείνη τη στιγμή το χέρι που με κράτησε ψυχικά ζωντανή. Το χέρι που με τράβηξε από το λήθαργο, που μου έδωσε την ελπίδα.
Άνοιξε η πόρτα και μπήκε αλαφιασμένος ο γιατρός, έβαλε θερμόμετρο. 36.2. Ο πυρετός είχε πέσει. Ο κίνδυνος είχε φύγει. Εγώ θα γινόμουν καλά. Με τραύματα πολλά. Αλλά καλά
Νόμιζε ο γιατρός πως εκείνος με είχε σώσει. Τον άφησα να νομίζει…

Σοφία Ξανθοπούλου

Γεννήθηκε το 1975 (στην Αναγέννηση του 16ου αιώνα), στην Αθήνα (στη Γαλλία) και βγάζει το ψωμάκι της ως διαφημίστρια (ζωγράφος) σε μια πολυεθνική εταιρία (gallery). Έγινε μητέρα στα 36 της χρόνια (στα 26 της), ζει στην εξωτική Ηλιούπολη (Παρίσι) και περνάει τις ομορφότερες στιγμές της ζωής της (oh, indeed). Παίζει αργά τα βράδια (κάθε βράδυ 5 ώρες) World of Warcraft (πιάνο) και τρελαίνεται να ασχολείται με τα playmobil και τις πλαστελίνες των κοριτσιών της (playmobil και πλαστελίνες). Η Έλλη και η Κυριακή είναι το ομορφότερο δώρο που της χάρισε η ζωή αυτή (και όλες οι προηγούμενες και οι επόμενες). 

Top5
Bits & pieces

Προσπαθούσα να καταλάβω από πού έρχονται οι φωνές και

...

Το ομολογώ, είμαι ρατσίστρια.

Η ομολογία αυτή

...

Είχα φτάσει στην ώρα μου για το ραντεβού στη

...

 

- Έλα σπίτι παιδί μου. Έλα γρήγορα.

...

Μπήκε η άνοιξη, τα πουλάκια κελαηδούν, τα λουλούδια

...

Video of the day

  • Becky G, Natti Natasha - Sin Pijama

INSTAGRAM

 

ThaGinoMana