(2 ψήφοι)

"Σκοτώνουν το χωριό" - Δίστομο, η σφαγή | Λυδία Ζάνη

Γράφει:
"Σκοτώνουν το χωριό" - Δίστομο, η σφαγή | Λυδία Ζάνη

Ο Θανάσης είχε φύγει νωρίς από το σπίτι. Ξημέρωμα πήρε το γάιδαρο του και ξεκίνησε για τα χωράφια. Αρχές καλοκαιριού ήταν, η δουλειά στα χωράφια δύσκολη. Πύρωνε ο ήλιος, έτρεχε ο ιδρώτας ποτάμι στο πρόσωπο του.

Δεν τον ένοιαζε όμως τον Θανάση η σκληρή δουλειά. Μαθημένος ήταν κι εκείνος όπως όλοι στο χωριό. Οι άντρες στα χωράφια, οι γυναίκες στα σπίτια. Να ξυπνάνε αχάραγα και να ρίχνονται καταπάνω στη ζωή. Τα ζώα, τα ζυμώματα, τα βυζανιάρικα, τα σπαρτά, οι ελιές... Όλα θέλανε τον κόπο τους. Τίποτα δεν ήτανε εύκολο.

Ευτυχώς είχανε την υγειά τους και τους γιους τους και το χωριό τους δεν είχε μπλεξίματα με τους παλιογερμαναράδες μέχρι τώρα. Και η γυναίκα του, θα του έκανε κι άλλα παιδιά. Είχανε χάσει κι ένα κοριτσάκι πέρσι αλλά τι τα θες. Νέοι ήταν, θα έκαναν κι άλλα μωρά. Για την ώρα, είχαν τα αγόρια τους, τα καμάρια τους.

Αυτά σκεφτόταν ο Θανάσης.


Ήταν παράξενο εκείνο το πρωινό. Ήταν πιο ήσυχο από ότι συνήθως. Γύρισε και κοίταξε το σπίτι του καθώς ξεμάκραινε και έπαιρνε το δρόμο για τα χωράφια. Μόνο το δειλό τερέτισμα των τζιτζικιών ακούγονταν, που ξεκινούσαν σιγά σιγά το καθημερινό τους τραγούδι.
Άντε, σκέφτηκε, να βγει κι αυτή η μέρα, να γυρίσει το απομεσήμερο στη δροσιά του χαγιατιού του, να σμίξει με τους δικούς του ξανά.

Όταν πια ο ήλιος είχε ανέβει για τα καλά στον ουρανό, ο Θανάσης στάθηκε λίγο να ξαποστάσει. Άφησε την τσάπα κι έκατσε κάτω από μια συκιά να πιει νερό.
Κείνη την ώρα, το βουνό κατέβασε σύννεφο, σαν να σκοτείνιασε ο τόπος.
Παραξενεμένος, σήκωσε τα μάτια στον ουρανό.

Καπνός.
Τέντωσε τα αυτιά.
Ξεροί κρότοι ακούγονταν. Σαν ριπές, σαν τουφεκιές.
Πάγωσε. Από πού να έρχονται? Από το δικό του το χωριό? Τρέχοντας ανέβηκε σε ένα ύψωμα .

Θεέ και κύριε.
Από το χωριό του ακούγονται.

Το χωριό του καίγεται.

Σκοτώνουν το χωριό του. Οι Γερμανοί. Ήρθαν.

Ο άντρας τα έχασε. Η καρδιά του έλεγε να τρέξει στο σπίτι. Να σώσει τα παιδιά του. Να προστατέψει τη γυναίκα και το βιος του.
Το μυαλό του έλεγε να μείνει εκεί.

Έμεινε εκεί.

Δέκα ολόκληρες βασανιστικές ώρες. Κάτω από τη συκιά.

Έμεινε εκεί, ζαρωμένος, να ακούει τις τουφεκιές και τις φωνές των παιδιών και των γυναικών που έψαχναν έλεος και σωτηρία.

Έμεινε ακίνητος, παγωμένος, κάτω από τον ήλιο. Με συντροφιά το χώμα που έκαιγε στα μέσα του Ιούνη και τις θανατερές του σκέψεις.

Όταν πήρε την απόφαση να πάρει το δρόμο της επιστροφής, είχαν πάψει οι τουφεκιές. Ακούγονταν μόνο ουρλιαχτά, κατάρες και ολολυγμοί.

Θρήνος. Όσο πλησίαζε το χωριό, δυνάμωνε το μοιρολόι.

Με γόνατα κομμένα, πήρε να ανεβαίνει την ανηφόρα για το σπίτι του.

Ο δρόμος είχε λάσπη. Μα πώς βρέθηκε η λάσπη καλοκαιριάτικα? Δεν καλόβλεπε κιόλας, ήταν πια νύχτα βαθιά.

Θα το έβλεπε καθαρά όταν ξημέρωνε:
Κόκκινη λάσπη. Αίμα και χώμα μαζί.

Έφτασε σπίτι. Στην εξώθυρα ένας κόκκινος σταυρός. Έσπρωξε το ξύλινο πορτάκι. Κάτι κάπνιζε στο βάθος της αυλής.

-Γυναίκα; φώναξε. Έσπασε η φωνή του. Ήταν σίγουρος ότι δεν θα έπαιρνε απάντηση.

-Αγόρια;


Μπήκε στο μαγειρειό.
Δυσκολεύτηκε να βρει τη λάμπα μέσα στο σκοτάδι. Την άναψε τρέμοντας για το τι θα αντικρύσει.

Και τότε είδε.

Το μαγειρειό τους άνω κάτω. Ο τέντζερης και τα χαλκώματα στο πάτωμα.

Κάτι στρωσίδια ριγμένα ανάκατα χάμω και ένα πιάτο χυλοπίτες αναποδογυρισμένο στο τραπέζι.

Και μετά είδε τη γυναίκα του σε μια γωνιά στο χωμάτινο πάτωμα με τα παιδιά στην αγκαλιά. Με μάτια γουρλωμένα από τον τρόμο. Με δάκρυα κρυσταλλωμένα στα μάτια. Τα αγόρια του να τρέμουν, εκεί, στην αγκαλιά της μάνας τους. Να τρέμουν σαν τα ψάρια, Ιούνη μήνα, καλοκαίρι, που να μην έσωνε, μαύρο καλοκαίρι.

Τους είδε. Και ήταν ζωντανοί.

Είχαν γλιτώσει. Από θαύμα είχαν γλιτώσει και ήταν εκεί.

Τους είχε. Δεν τους είχε χάσει.

Ήταν πια ξημέρωμα 11 Ιούνη 1944.

Η σφαγή του Διστόμου είχε τελειώσει.

 

 

Μετά τη σφαγή, λίγα σπίτια δεν μετρούσαν νεκρούς.
Ο Θανάσης ήταν από τους τυχερούς που δεν έχασε τη γυναίκα του ή τα παιδιά του, έχασε όμως πολλούς συγγενείς. Οι επιζήσαντες, πέρασαν όλη τους την υπόλοιπη ζωή μέσα σε ένα ατέλειωτο πένθος που στιγμάτισε μια ολόκληρη κοινωνία.
Αυτή η ανείπωτη θηριωδία σφράγισε έναν ολόκληρο τόπο που ακόμα και σήμερα φέρει βαρύ τον ίσκιο των νεκρών.

 

[Σφαγή του Διστόμου, 10 Ιουνίου 1944

 

 

 

 (photo)

*Αν θέλετε να μοιραστείτε κι εσείς εικόνες από την καθημερινότητά σας επικοινωνήστε μαζί μας.

BrightStarsNote : Τα σχόλια σας είναι σημαντικά για εμάς. Ο χώρος κάτω από την ανάρτηση προσφέρεται γι' αυτό το σκοπό. Αλλά για όσους προτιμούν να αφήσουν ένα πιο προσωπικό σχόλιο ή μια ερώτηση, μπορούν να το στείλουν εδώ.

[Ενημέρωση σχετικά με δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στην ιστοσελίδα]

Λυδία Ζάνη

Με λένε Λυδία και είμαι -θέλω να πιστεύω- καλά. Γεννήθηκα το σωτήριο έτος 1981 και ομολογώ ότι από τότε έχουν αλλάξει πολλά τόσο στην Ελλάδα και τον κόσμο, όσο και πάνω μου. Αφότου τελείωσα τις σπουδές μου στο ένδοξο Ελληνικό Πανεπιστήμιο, ξεκίνησα να εργάζομαι στον κλάδο του PR – Marketing και προσπαθώ με μεγάλη αποτυχία να χωρέσω μέσα σε ένα 24ωρο όλα τα φιλόδοξα σχέδια μου!
Λατρεύω να βουλιάζω στις σελίδες ενός καλού βιβλίου και στις αγκαλιές των παιδιών μου! Ως μαθήτρια, είχα ως αγαπημένο μου μάθημα την έκθεση με ελεύθερο θέμα κι έτσι, ως μεγάλη πια, μου αρέσει να πιάνω μολύβι και χαρτί ή έστω πληκτρολόγιο και οθόνη και να γράφω ανενόχλητη τα πάτερημά μου!

Top5
Bits & pieces

Προσπαθούσα να καταλάβω από πού έρχονται οι φωνές και

...

Το ομολογώ, είμαι ρατσίστρια.

Η ομολογία αυτή

...

Είχα φτάσει στην ώρα μου για το ραντεβού στη

...

 

- Έλα σπίτι παιδί μου. Έλα γρήγορα.

...

Μπήκε η άνοιξη, τα πουλάκια κελαηδούν, τα λουλούδια

...

Video of the day

  • Becky G, Natti Natasha - Sin Pijama

INSTAGRAM

 

ThaGinoMana