(5 ψήφοι)

Η κόρη των μεταναστών | Λένα Φίλη

Γράφει:
Η κόρη των μεταναστών | Λένα Φίλη

Οι ακτίνες του ήλιου την κάρφωναν στα ματάκια της σαν λεπίδες. Την τύφλωναν καθώς περνούσε για πρώτη φορά τη σκουριασμένη πόρτα, κρατώντας από το ένα χέρι τη μαμά της και σέρνοντας από το άλλο τη βαριά, δερμάτινη τσάντα. Το προαύλιο ήταν τεράστιο και γεμάτο χαλίκια. Έκαιγε στο λιοπύρι του Σεπτέμβρη. Πού είχε εξαφανιστεί το δροσερό και γαλήνιο γρασίδι; Το μόνο φυτό που υπήρχε εδώ ήταν αυτά τα παράξενα, μυτερά γαϊδουράγκαθα. Τι κακά λουλούδια σκέφτηκε... Το κτίριο ήταν μεγάλο, μουντό, δίχως χρώματα. Ξαφνικά την πλάκωσε στο στήθος.

Δεκάδες παιδιά έτρεχαν σαν παλαβά στο προαύλιο. Μα τι έχουν πάθει; Σκέφτηκε. Σίγουρα κάτι κακό συμβαίνει. Φορούσαν όλα τα ίδια ρούχα. Το ίδιο χρώμα ποδιά τής είχε φορέσει η μαμά της νωρίτερα. Και στο λαιμό της είχε δέσει αυτό τον αντιπαθητικό, πλεκτό γιακά. Βέβαια, εκείνη η – να δεις πώς την είπανε – η θεία της το χάρισε όλο καμάρι και της μαμάς τής είχε αρέσει πολύ.

Αυτό λοιπόν θα ήταν το σχολείο της στο εξής; Ένιωθε καταμπερδεμένη. Είχε ενθουσιαστεί από το μακρινό ταξίδι με το αεροπλάνο, αλλά τώρα ήθελε να γυρίσει στο σπίτι της. Παραείχε τραβήξει αυτό το αστείο.

Οι πρώτες μέρες στην τάξη της κύλησαν μελαγχολικά. Βαριόταν αφόρητα, άκουγε τη δασκάλα, χωρίς να την καταλαβαίνει. Ξεφύλλιζε το αναγνωστικό και τα γράμματα φαίνονταν τόσο αστεία, αλλιώτικα. Γελάκια ηχούσαν στην τάξη, κάθε φορά που μιλούσε με την ξενική προφορά. Όταν χτυπούσε εκείνο το δαιμονισμένο κουδούνι για διάλειμμα, θυμόταν το fire drill και περπατούσε ως την πόρτα ψύχραιμη, εκτελώντας την άσκηση σε περίπτωση πυρκαγιάς. Οι συμμαθητές της βέβαια δεν γνώριζαν από ντρίλια και τα σχετικά. Έτρεχαν μπουλούκι σπρώχνοντας την, μέχρι να ξεχυθούν έξω στο προαύλιο για να αγοράσουν κουλούρι από την κυρα Ειρήνη. Ποδοπατούσαν το ένα το άλλο και την ίδια την κυρα Ειρήνη που πουλούσε την πραμάτεια της σε ένα αυτοσχέδιο πάγκο από κόντρα πλακέ. Μάταια περίμενε να της δείξουν την τεράστια τραπεζαρία με το ξύλινο γυαλιστερό πάτωμα. Αστεία πράγματα.

Συχνά έβλεπε μέσα στο μπουλούκι και την κολλητή της φίλη την Άλισον, το ξανθό κορίτσι με την διάφανη επιδερμίδα, τις φακίδες και την γαλάζια κορδέλα. Φορούσε και εκείνη τη μπλε ποδιά. Μα για φαντάσου! Είχε έρθει και αυτή στο ίδιο σχολείο. Αλλά γιατί δεν της μιλούσε; Γιατί έφευγε, κάθε φορά που της μιλούσε; Η «Άλισον» είχε πάντα αυτό το βλέμμα απορίας, σαν να μην την καταλάβαινε ένα πράγμα.

Η δασκάλα ήταν γλυκιά αλλά σοβαρή. Είχε προσέξει τα βαμμένα νύχια της μικρής και της είπε κάτι ακαταλαβίστικο και σε αυστηρό τόνο. Ήταν κακό να έχει κόκκινα νύχια; Μα η ίδια η μαμά της τα είχε βάψει. Πάντα της τα έβαφε. Άλλο πάλι και τούτο.

Έτσι χωρίς νόημα πέρασαν οι πρώτες μέρες, χωρίς να συμμετέχει. Ήρθε η μαμά της ξανά στο σχολείο και μίλησε με τους δασκάλους. Είχε προσέξει πόσο σοβαρά μιλούσαν, τους είδε προβληματισμένους καθώς της έριχναν λοξές ματιές. «Πρόβλημα συνεννόησης», «πρόβλημα επικοινωνίας», «πρόβλημα κατανόησης της γλώσσας»... Τα παιδιά της δευτέρας Δημοτικού ήξεραν ήδη γραφή, ήξεραν να μιλούν τη γλώσσα, διάβαζαν πια ολόκληρα κείμενα σαν νεράκι. «Είναι κρίμα να χαραμιστεί το κορίτσι», «θα είναι πάντα πίσω σε σχέση με τα άλλα παιδιά», «δυστυχώς το κράτος δεν έχει προβλέψει διαδικασία αντιμετώπισης για τέτοιες περιπτώσεις»...

Και εκεί που το κράτος αδυνατούσε να δώσει λύση, τη λύση την έδωσαν οι δάσκαλοι που σκάρωσαν μια συνωμοσία, καταπατώντας το νόμο και παρανομώντας. Το κορίτσι θα παρακολουθούσε μαθήματα της πρώτης Δημοτικού, ενώ θα ήταν γραμμένο στη δευτέρα. Μόνο όταν ερχόταν ο επιθεωρητής για έλεγχο, το κορίτσι πήγαινε στην δευτέρα για λίγες ώρες. Μετά επέστρεφε στην πρώτη.

Περνούσαν οι μέρες και ο δυνατός ήλιος δεν την ενοχλούσε πια. Ερωτεύτηκαν τα μάτια της το βαθύ γαλάζιο του ουρανού, εξάλλου ήταν σαφώς πιο όμορφος από τον γκρι ουρανό. Ξεθώριασε το «μη αποδεκτό» κόκκινο των νυχιών. Η τσάντα δεν ήταν τόσο βαριά τελικά και η μπλε ποδιά έγινε μέρος της καθημερινότητας. Βέβαια εκείνο το πλεκτό γιακαδάκι το μισούσε σταθερά. Αναγνώριζε τα αστεία, νέα γράμματα. Έμπαιναν στις σωστές θέσεις σχηματίζοντας συλλαβές και λέξεις και άρχισαν να βγάζουν πια νόημα στο μυαλουδάκι της. Τα περιπαιχτικά γελάκια έπαψαν. Αντίθετα ξεσπούσε και η ίδια σε δυνατά γέλια μαζί με τους συμμαθητές της σε κάθε αστείο. Η δασκάλα της έκλεινε το χεράκι στη χούφτα της, το καθοδηγούσε πάνω στο χαρτί και δεκάδες λέξεις σχηματίζονταν μπροστά της. Τότε ήταν που έδραττε την ευκαιρία να μυρίσει τη λεμονάτη κολώνια της δασκάλας. Πόσο όμορφα μύριζε! Αυτή την αίσθηση δεν την είχε ζήσει μέχρι τώρα. Η άλλη δασκάλα της φάνταζε τώρα άοσμη, άχρωμη και αγέλαστη. Ναι, αγέλαστη. Δεν είχε δει ποτέ τα δόντια της. Και ήταν κάπως τρομακτική αυτή η διαπίστωση.

Στο τέλος της σχολικής χρονιάς πήρε το χαρτί με ένα πανηγυρικό «έμεινε στην ίδια τάξη». Μπορεί για άλλα παιδιά αυτό το ενδεικτικό να ήταν προσβλητικό, αλλά για την ίδια ήταν το εισιτήριο της για την μετέπειτα σχολική εξέλιξη και απόδοση της. Η συνωμοσία των δασκάλων είχε λειτουργήσει υπέρ της, έστω και αν «έχασε» μια ολόκληρη σχολική χρονιά.

Ένας χρόνος είχε περάσει και όλα είχαν αλλάξει στα μάτια της μικρής. Είχε καταφέρει να γίνει ισότιμο μέρος της σχολικής κοινότητας, μιλούσε και επιτέλους καταλάβαινε καλά τα ελληνικά, που στο κάτω κάτω ήταν και δική της μητρική γλώσσα, διάβαζε, έγραφε, μετείχε στα παιχνίδια, στα αστεία, έγινε φίλη με τους συμμαθητές της, ήταν δημοφιλής, ένιωθε ότι την αγαπούσε η δασκάλα της, εξελισσόταν...

Ακόμη και η αμερικανιδούλα Άλισον μεταμορφώθηκε σε ελληνίδα Μαρία.

And she became her best friend.

 

 *Αχνές αναμνήσεις από ένα Δημοτικό Σχολείο κάπου στην Ελλάδα και από ένα Δημοτικό Σχολείο κάπου στην Πενσυλβάνια στα τέλη της δεκαετίας του '70.

 

 

 

*Αν θέλετε να μοιραστείτε κι εσείς εικόνες από την καθημερινότητά σας επικοινωνήστε μαζί μας.

BrightStarsNote : Τα σχόλια σας είναι σημαντικά για εμάς. Ο χώρος κάτω από την ανάρτηση προσφέρεται γι' αυτό το σκοπό. Αλλά για όσους προτιμούν να αφήσουν ένα πιο προσωπικό σχόλιο ή μια ερώτηση, μπορούν να το στείλουν εδώ.

[Ενημέρωση σχετικά με δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στην ιστοσελίδα]

Λένα Φίλη

H Λένα Φίλη γεννήθηκε στη χώρα του αμερικανικού ονείρου και επέστρεψε με τους γονείς της στη χώρα του ελληνικού μύθου. Από μικρή απέκτησε μια σχέση αγάπης με τις θετικές επιστήμες αλλά ερωτεύτηκε τις θεωρητικές. Αμφιταλαντεύτηκε ανάμεσα τους, ώσπου ακολουθώντας τις επιταγές της ελληνικής κοινωνίας κόσμησε τον τοίχο του σπιτιού της με ένα δίπλωμα αξιοζήλευτο, που σαν καλός σύζυγος της απέφερε μεν τα ως προς το ζην, αλλά δεν της πρόσφερε τον έρωτα που ελάχιστοι τυχεροί βιώνουν μέσα από τη δουλειά τους. Στα δεύτερα άντα της αποφάσισε να αναζητήσει ξανά το χαμένο πάθος και ας μην συνοδεύεται από κορνιζαρισμένο πτυχίο στον τοίχο.

Top5
Bits & pieces

Προσπαθούσα να καταλάβω από πού έρχονται οι φωνές και

...

Το ομολογώ, είμαι ρατσίστρια.

Η ομολογία αυτή

...

Είχα φτάσει στην ώρα μου για το ραντεβού στη

...

 

- Έλα σπίτι παιδί μου. Έλα γρήγορα.

...

Μπήκε η άνοιξη, τα πουλάκια κελαηδούν, τα λουλούδια

...

Video of the day

  • Becky G, Natti Natasha - Sin Pijama

INSTAGRAM

 

ThaGinoMana