(7 ψήφοι)

Ανοιχτή επιστολή από το Λονδίνο | Αρχοντή Κόρκα

Ανοιχτή επιστολή από το Λονδίνο | Αρχοντή Κόρκα

Έφυγα από την Ελλάδα πριν περίπου 3,5 χρόνια. Όταν έφυγα, εργαζόμουν στην Αθήνα ως ελεύθερος επαγγελματίας στο χώρο της μετάφρασης και της κριτικής βιβλίου. Με αυτό εννοώ ότι δεν μετέφραζα απαραίτητα βιβλία, αλλά ό,τι πέφτει στα χέρια ενός freelancer (και όσοι το έχουν κάνει, ξέρουν). Τα περισσότερα βιβλία που είχα κάνει ήταν σε μικρότερη ηλικία. Από το 2006 έως περίπου το 2009, τα πράγματα πήγαιναν καλά. Με το χώρο της κριτικής ασχολήθηκα λόγω της παθολογικής μου σχεδόν αγάπης για τη λογοτεχνία και το διάβασμα – έκανα σεμινάρια κριτικής στο πάλαι ποτέ ΕΚΕΒΙ, με τον Βαγγέλη Χατζηβασιλείου. Εκεί έμαθα πάρα πολλά, έκανα φίλους και με αυτούς δημιουργήσαμε το ηλεκτρονικό περιοδικό critique.gr, που κρατάμε ακόμα, όσο μπορούμε. Συνεργάστηκα με τη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας (πάλαι ποτέ, επίσης) και με την Athens Review of Books (αυτό όταν είχα ήδη φύγει) και ασχολούμαι περισσότερο με την μεταφρασμένη λογοτεχνία.

Από το 2010, τα πράγματα είχαν αρχίσει να φαίνονται ότι χειροτερεύουν. Οι πληρωμές αργούσαν πάρα πολύ, έφτανες να παρακαλάς κυριολεκτικά για ένα τιμολόγιο (ό,τι ιστορίες έχετε ακούσει για λογιστήρια, ισχύουν), δεν υπήρχε σταθερή ροή χρημάτων όσο κι αν δούλευες, και στο μεταξύ το ΤΕΒΕ έπρεπε να το πληρώνεις, είχες δεν είχες κόψει τιμολόγια, είχες δεν είχες λεφτά. Δεν χρειάζεται να εξηγήσω τον Μπεκετικό φαύλο κύκλο, όσοι είναι ελεύθεροι επαγγελματίες, γνωρίζουν. Πέραν των πρακτικών προβλημάτων, είχε χειροτερέψει για μένα πολύ και το πνευματικό. Κινούμουν σε συγκεκριμένο χώρο, εκείνο του βιβλίου. Οι πρώτες μου δουλειές ήταν σε εκδοτικούς, ήξερα ήδη πολύ κόσμο και ο κόσμος της κριτικής είναι κάπως, ας το πω, συγκεκριμένος. Στην Αθήνα γνωριζόμαστε όλοι μεταξύ μας και ο χώρος του βιβλίου είναι ακόμα πιο περιχαρακωμένος, γιατί δεν είμαστε τόσοι πολλοί. Χωρίς να επεκταθώ, ας πούμε πως και σε αυτό τον χώρο, όπως και σε τόσα άλλα στην Ελλάδα, σημασία έχει ποιον ξέρεις και όχι απαραίτητα αν είσαι καλός σε αυτό που κάνεις. Επίσης, είσαι ό,τι δηλώσεις. Δηλώνεις ποιητής; Είσαι. Δηλώνεις μεταφραστής; Είσαι. Έβλεπα καταστάσεις να διαιωνίζονται και να χειροτερεύουν – άρχισα να δουλεύω το 1998 και 13 χρόνια μετά, δεν είχε αλλάξει απολύτως τίποτα. Αν μη τι άλλο, η νεότερη γενιά, η δική μου, είχε πάρει τη σκυτάλη και αναπαρήγαγε τα ίδια, αντί να τραβήξει μια γραμμή και να αλλάξει τα πράγματα. Και για να είμαι σαφής, τα διαπλεκόμενα στον χώρο της διανόησης (χρησιμοποιώ τον όρο πολύ γενικά και για λόγους συνεννόησης) και της πνευματικής εργασίας είναι εξίσου έντονα με όλους τους άλλους χώρους στην Ελλάδα. Για μένα τουλάχιστον, από κάποιο σημείο και μετά ένιωθα πραγματικά ότι ήμουν μπροστά σε αδιέξοδο. Δεν έβλεπα στον ορίζοντα αλλαγή ή βελτίωση. Οικονομική ή πνευματική.

αρχοντή1

Είχα βρεθεί και στο παρελθόν στο τσακ να φύγω για την Αγγλία, το 2006. Ήταν κάτι που το είχα πολύ στο μυαλό μου, πιο πολύ σαν όνειρο, όπως μπορεί να το λέει πολύς κόσμος (αχ και να πηγαίναμε εκεί). Δεν ξέρω γιατί δεν έφυγα τότε, δεν το μετάνιωσα όμως. Ίσως η στιγμή μου ήταν μετά.

Ζει ο αδερφός μου στην Αγγλία εδώ και 15 χρόνια. Οι γονείς μου δεν μου είπαν ποτέ να μη φύγω. Αντιθέτως, μου είπαν να κάνω ό,τι πίστευα πως θα ήταν καλύτερα για μένα τη στιγμή εκείνη. Έβλεπαν και οι ίδιοι πως ήταν τα πράγματα, πως ήμουν εγώ, πως είχα γίνει δηλαδή. Ένιωθα με την πλάτη στον τοίχο.

Οι φίλοι μου ήταν πολύ υποστηρικτικοί, παρόλο που στενοχωρήθηκαν. Δεν μου το έδειξαν με τρόπο πιεστικό, που να με κάνει να αλλάξω γνώμη (που δεν θα άλλαζα). Μου είπαν να το τολμήσω, αφού το ήθελα. Την ίδια εποχή με διαφορά 2 ημερών έκανε την ίδια κίνηση και ο καλύτερός μου φίλος. Η ύπαρξή του στην ίδια χώρα και πόλη έχει υπάρξει αδιαμφισβήτητα τεράστια βοήθεια από τότε που ήρθαμε.

Η επιλογή της χώρας ήταν προφανής μιας και είχα εδώ τον αδερφό μου και άρα κάπου να μείνω, μέχρι να βρω δουλειά – κάτι που δεν ήξερα πόσο καιρό θα έπαιρνε, ή ακόμα και αν θα συνέβαινε. Για τους πρώτους 6 μήνες έζησα μαζί του, εκτός Λονδίνου, σε μια υπέροχη εξοχή που αγαπώ σαν δεύτερο σπίτι μου. Το αγαπούσα πάντα εκείνο το μέρος γιατί τον επισκεπτόμουν 2 φορές το χρόνο. Ήταν καταφύγιο και παραμένει.

Όταν παίρνεις μια βαλίτσα και φεύγεις, αφήνοντας πίσω το σπίτι σου, τους γονείς σου, τους φίλους σου, τη ζωή σου όπως την έφτιαξες και την ήξερες, τη ζωή για την οποία πάλεψες, ιδίως στην ηλικία που ήμουν (35), φοβάσαι πολλά πράγματα. Την αποτυχία ίσως περισσότερο. Ότι θα αποτύχεις κι εκεί. Ότι δεν υπάρχει τίποτα στο οποίο να γυρίσεις, ότι δεν έχεις άλλη επιλογή πέραν του να φύγεις. Και αφού φεύγεις, πρέπει να πας μόνο προς τα μπροστά, όπου κι αν είναι αυτό. Η ελληνική νοοτροπία σου αφήνει πολλά κατάλοιπα ανασφαλειών, φόβου, κολλημάτων και καχυποψίας. Υπάρχει τεράστια αρνητικότητα που δυναμώνεται από την καθημερινότητα και τα όσα ζούσαμε εκεί και οι δικοί μου άνθρωποι ζουν ακόμα.

αρχοντή2

Το Λονδίνο το ήξερα ήδη – θέλω να πω, είχα ήδη έρθει αρκετές φορές. Ήταν για μένα όαση, όταν την επισκεπτόμουν για 10 μέρες. Γυρνούσα στην Αθήνα με κατάθλιψη. Φυσικά, άλλο ο τουρίστας, άλλο ο κάτοικος. Τώρα έχω ζήσει σε 3 πόλεις εδώ, όχι μόνο στο Λονδίνο. Τις αγαπώ και τις τρεις. Το Λονδίνο είναι για μένα ένα πανέμορφο ψηφιδωτό χρωμάτων και ανθρώπων. Με πολλή φασαρία, πολύ κόσμο, και πολλή ομορφιά. Σου ανοίγει το μυαλό. Είναι φιλόξενο αν και ασφυκτικά γεμάτο. Έχει μια θέση για σένα αρκεί να θες να τη βρεις.

Οι άνθρωποι εδώ είναι από όλες τις γωνιές του κόσμου. Αυτό κάνει την πόλη ανεκτική, παρδαλή, χρωματιστή και με χιούμορ. Οι Άγγλοι έχουν το γνωστό φλέγμα και ειρωνεία, αυτοσαρκασμό, χαρακτηριστικά που εκτιμώ πολύ. Επίσης είναι ενίοτε ανοργάνωτοι, κάπως χαοτικοί και συχνά αναποτελεσματικοί. Δεν έχω νιώσει όμως σε καμία δουλειά μου ότι έχουν πρόβλημα με την καταγωγή μου. Γιατί μην ξεχνάμε ότι είμαστε μετανάστες. Και δεν είμαστε οι μόνοι. Στην τωρινή δουλειά μου είμαι με παιδιά από Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Λιθουανία, Γαλλία.

Μέχρι να βρεις δουλειά, περνάς ένα ρόλερ κόστερ υπαρξιακών -ποιος είμαι, τι ήρθα να κάνω, γιατί, τι θα κάνω αν αποτύχω στην ηλικία μου, κλπ. Και όσους δικούς σου ανθρώπους κι αν έχεις κοντά, είναι μια καθαρά προσωπική διαδικασία, την περνάς μόνος σου, κάθε βράδυ που πας να κοιμηθείς και κλείνεις τα μάτια. Τους πρώτους μήνες εφόσον βρεις δουλειά, πρέπει να προσαρμοστείς στους ρυθμούς της πόλης, στα πλοκάμια του μετρό, στους συναδέρφους, στο πως λειτουργεί ένα γραφείο που δεν είναι στην Ελλάδα, στις νέες διαδικασίες στη δουλειά, στο ότι ακόμα δεν έχεις φίλους, γενικώς, στα καθημερινά.

αρχοντή3

Εδώ όλοι συγκατοικούμε. Αυτό σαν κόνσεπτ είναι κάτι που το ελληνικό μυαλό δεν μπορεί να επεξεργαστεί. Μένεις με αγνώστους; Και δεν φοβάσαι; Και αν αυτό; Και αν εκείνο; Δηλαδή ο άλλος που θα μείνω μαζί του, δεν μπορεί να φοβάται εμένα; Δεν πάει έτσι. Και ποτέ δεν φοβήθηκα. Βέβαια ο καλός συγκάτοικος είναι λαχείο. Μπορείς ως ένα βαθμό να καταλάβεις τον άλλον. Μέχρι στιγμής δεν έχω παράπονο (σοβαρό). Και με κάποιους συγκατοίκους περάσαμε και υπέροχα στο σπίτι, είχαμε γίνει κανονική οικογένεια, τύπου κάθε βράδυ μαγειρεύαμε και τρώγαμε όλοι μαζί. Είχε κάτι το ρομαντικό.

Το να γνωρίσεις κόσμο εδώ είναι μια άλλη διαδικασία από την Ελλάδα. Το πιο εύκολο είναι από τη δουλειά. Αργότερα όπως όλα, τυχαία. Ο ένας θα σου γνωρίσει τον άλλον, και πάει λέγοντας. Με τους φίλους που κάνεις εδώ σε συνδέουν άλλα πράγματα από ότι με τους φίλους σου στην Ελλάδα, προφανώς. Και είναι μια άλλη σχέση, που είναι καλό να μην συγκρίνεις.

Δυσκολίες έχουμε αντιμετωπίσει όλοι. Δεν πίστευα έτσι κι αλλιώς στο παραμύθι του «όποιος φύγει τα έλυσε όλα». Δυστυχώς κάποιοι το πιστεύουν ακόμα. Έχω υπάρξει άνεργη και στο Λονδίνο, για κάποιους μήνες. Έχω πάει σε άπειρες συνεντεύξεις, έχω τρέξει απίστευτα σε γραφειοκρατίες, για να πάρω benefits (ναι, έχω πάρει επιδόματα και δεν ντρέπομαι καθόλου για αυτό). Τα benefits είναι τεράστια βοήθεια για κάποιον που ψάχνει αν και γρήγορα καταλαβαίνει κανείς γιατί αυτό το σύστημα θα σκάσει σαν βόμβα στα χέρια τους. Σε πολλές περιπτώσεις δεν τσεκάρουν καθόλου τι κάνει ο άλλος για να πιάσει δουλειά με αποτέλεσμα να μπορείς να περάσεις και μήνες, και χρόνια ακόμα ζώντας με αυτά. Που δεν φτάνουν για να ζήσεις κανονικά, αλλά υπάρχει κι εδώ «μαύρη» εργασία. Επίσης όταν ψάχνεις για δουλειά και τρέχεις από δω κι από κει, όχι απαραίτητα στο Λονδίνο αλλά και εκτός, σου πληρώνουν τα εισιτήρια – επίσης μεγάλη βοήθεια. Μερικοί σύμβουλοι ξέρουν τη δουλειά τους, άλλοι όχι και τόσο. Είναι που θα πέσεις. Εμένα με βοήθησαν και είμαι ευγνώμων.

Η αγορά έχει πάθει υπερφόρτωση με τον κόσμο που έχει έρθει. Ο τρόπος που λειτουργούν οι εταιρείες μπορεί να είναι απίστευτα αργός – 4 συνεντεύξεις σε διάστημα 4 μηνών, για μία θέση. Τρεις και τέσσερις γύροι διαλογής. Δεν σου απαντάνε ή σε θυμούνται όποτε θέλουν. Εδώ υπάρχουν οι recruiters (τεράστια κουβέντα), πολλοί εκ των οποίων δεν ξέρουν τι τους γίνεται στο industry που ασχολούνται και σε κυνηγάνε για να πάρουν την προμήθεια (που παίρνουν όταν βρουν άνθρωπο για μια θέση στην εταιρεία που τους έχει προσλάβει), επίσης δεν σου απαντούν ποτέ και τους κυνηγάς. Γενικά, εντελώς διαφορετικό σύστημα.

Αυτή τη στιγμή εργάζομαι ως Transcreation Μanager σε ένα Creative Agency στο ανατολικό Λονδίνο. Transcreation είναι Translation and Creative μαζί, δηλαδή διαφημιστικές καμπάνιες και μάρκετινγκ, ως επί το πλείστον (και πολύ γενικά). Συνεργάζομαι με εσωτερικές ομάδες creative (studio, design, κλπ) καθώς και προμηθευτές (μεταφραστές, content originators) αλλά και τον πελάτη.

αρχοντή4


Στο Λονδίνο αγαπάω πολύ τις αντιθέσεις που δεν είναι αντιθέσεις αλλά μοιάζουν συνέχειες. Είσαι στο Camden, στρίβεις το δρόμο και είσαι στο Primrose Hill, που είναι πιο «κυριλέ» γειτονιά. Αγαπώ τη συνύπαρξη τόσων διαφορετικών πραγμάτων, τη βόλτα από το Southbank ως την Tate Modern, το ότι σε 40 λεπτά μπορείς να βρεθείς στην εξοχή. Τα μουσεία, τα σεμινάρια που μπορείς να ξετρυπώσεις, τα night buses, το ότι μόλις φτιάχνει ο καιρός και έχει ήλιο, γίνεται μια άλλη πόλη. Την πρασινάδα και τα πάρκα, και κυρίως, τον σεβασμό στο δημόσιο χώρο που εκφράζεται σε αυτά τα πάρκα. Τα τούρκικα off license της γειτονιάς μου. Το πως θα σου κάνουν χώρο να διαβάσεις στο μετρό, όσο κόσμο κι αν έχει.

αρχοντή5


Ενίοτε με κουράζει η διαρκής τρεχάλα, το πρωινό commute, οι καθυστερήσεις στα τρένα, οι διαρκείς μετακομίσεις, γενικώς, ­­­­­η καθημερινότητα – αλλά αυτά τη δίνουν σε όλους και παντού. Μου περνάει γρήγορα συνήθως.

Η Ελλάδα για μένα είναι αυτή τη στιγμή, οι αναμνήσεις μου. Και εξηγώ: νομίζω και στην Ελλάδα να ήμουν, θα νοσταλγούσα μια χώρα που δεν υπάρχει πια, γιατί τα πράγματα έχουν αλλάξει τόσο. Η Ελλάδα είναι ήλιος, το φως της Αθήνας, τα νησιά – είναι ένας πολύ όμορφος τόπος που νομίζω ότι αυτοκαταστράφηκε και αυτοκαταστρέφεται. Το καταλάβαινα κι εκεί αλλά χρειάζεσαι μια απόσταση για να δεις πολλά πράγματα καθαρά. Ίσως νιώσεις μια πίκρα – και απογοήτευση που δεν φαίνεται να αλλάζει τίποτα. Δεν αλλάζει, όμως, και η αγάπη για αυτήν.

Από την Ελλάδα μου λείπουν οι γονείς μου (που δεν τους βλέπω να γερνούν) και οι φίλοι μου, που χάνω την καθημερινότητά τους. Το σπίτι μου, τα βιβλία μου, το γραφείο μου. Το να περπατάω καλοκαιράκι στο κέντρο, στα Αναφιώτικα. Και διάφορα άλλα τουριστικά. Η Αθήνα είναι σαν ναρκωτικό. Όταν έρχομαι, νιώθω σαν να μην έζησα ποτέ εκεί και σαν να μην έχω ζήσει ποτέ πουθενά αλλού, ταυτόχρονα. Είναι ένα περίεργο συναίσθημα.

Δεν μου λείπει το να νιώθω κορόιδο, να πηγαίνω στο ΤΕΒΕ για δουλειές και να γυρνάω σίριαλ κίλερ, να αντιμετωπίζω αγένεια και γαϊδουριά, να μη δουλεύουν οι δημόσιες υπηρεσίες, να κλείνει το κέντρο κάθε τρεις και λίγο, να μην σε πληρώνουν και να σου λένε φούμαρα, να φοβάμαι να πω τη γνώμη μου, να αμφισβητώ τις ικανότητές μου συνέχεια επειδή φαίνεται πως δεν αρκούν αφού τελικά δεν ξέρω αυτούς που πρέπει ή δεν φέρομαι «όπως πρέπει», να παλεύω για τα αυτονόητα, να βουλιάζω στην περιρρέουσα μιζέρια και παράνοια.

Αυτή τη στιγμή δεν θα επέστρεφα. Και με αυτή τη στιγμή, εννοώ τα επόμενα 5 χρόνια ίσως και παραπάνω.

Αποθαρρύνομαι από τα όσα μαθαίνω αλλά και όσα βλέπω ενίοτε, όταν έρχομαι.

Θα συζητούσα το ενδεχόμενο της επιστροφής κάτω από πολύ διαφορετικές συνθήκες, ενδεχομένως ουτοπικές. Θεωρώ ότι το πρόβλημα δεν είναι η οικονομική κρίση, μόνο, αλλά κυρίως η ηθική και πνευματική. Υπάρχει τεράστια επιθετικότητα, κακία, παράνοια που έχει βγει στην επιφάνεια, και δε λέει να καταλαγιάσει.

Τι είναι η πατρίδα μας; Η πατρίδα μου είναι οι γονείς μου (οι ρίζες μου) – τα όσα έχω ζήσει στην Ελλάδα και δεν θα αλλάξουν ποτέ. Οι άνθρωποί μου, οι έρωτές μου, οι μυρωδιές, οι μουσικές, τα γέλια, οι απογοητεύσεις, οι δυσκολίες.

Είναι επίσης και η Αγγλία – το δεύτερο σπίτι μου, που με φιλοξενεί και μου έδωσε μια ευκαιρία. Πατρίδα είναι και το Λονδίνο και έτσι αισθάνομαι όταν το βλέπω από το αεροπλάνο, όταν πλησιάζουμε το αεροδρόμιο επιστρέφοντας. Ότι γυρνάω σπίτι μου.
Στο προσεχές μέλλον με βλέπω στο Λονδίνο. Για το μακρινό, δεν έχω ιδέα. Υποθέτω, όπως λένε, όπου με βγάλει ο δρόμος.

αρχοντή6

 [via]

 

*Αν θέλετε να μοιραστείτε κι εσείς μαζί μας εικόνες από την καθημερινότητά σας πατήστε ΕΔΩ

BrightStarsNote : Τα σχόλια σας είναι σημαντικά για εμάς. Ο χώρος κάτω από την ανάρτηση προσφέρεται γι' αυτό το σκοπό. Αλλά για όσους προτιμούν να αφήσουν ένα πιο προσωπικό σχόλιο ή μια ερώτηση, μπορούν να το στείλουν εδώ. 

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Αρχοντή Κόρκα

Η Αρχοντή Κόρκα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1976. Διάβασε, σπούδασε, βόλταρε, ήπιε, έκλαψε, ερωτεύτηκε, χόρεψε, μάλωσε, γέλασε, αγκάλιασε, στην Ελλάδα, μέχρι προ τετραετίας περίπου, όπου έφτιαξε μια βαλίτσα κι ένα βράδυ που δεν έβρεχε μονότονα, πήγε στην Αγγλία. Έκτοτε βιώνει τον διχασμό του μετανάστη (από δω η γυναίκα μου, η Αθήνα κι από κει το αίσθημά μου, το Λονδίνο).

Πρόσφατα από: Αρχοντή Κόρκα

Top5
Bits & pieces

Προσπαθούσα να καταλάβω από πού έρχονται οι φωνές και

...

Το ομολογώ, είμαι ρατσίστρια.

Η ομολογία αυτή

...

Είχα φτάσει στην ώρα μου για το ραντεβού στη

...

 

- Έλα σπίτι παιδί μου. Έλα γρήγορα.

...

Μπήκε η άνοιξη, τα πουλάκια κελαηδούν, τα λουλούδια

...

Video of the day

  • Becky G, Natti Natasha - Sin Pijama

INSTAGRAM

 

ThaGinoMana